Η ΘΥΜΩΜΕΝΗ ΜΠΙΖΟΥ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ... "ΑΡΝΑΚΙ"
Τα θυμωμένα φρύδια ήταν πάντα ζωγραφισμένα στο πρόσωπο της τετράχρονης Μπιζού, σχεδόν γεννήθηκε έτσι. Σκυθρωπή, κατσουφιασμένη και με τα χέρια στη μέση κοιτούσε γύρω της με θυμό και νεύρα, της έφταιγαν όλα... ακόμα και τα ίδια της τα ρούχα, τα ίδια της τα μαλλιά... μέχρι και η μύγα που πετούσε.
"Μαμά δεν θέλω να φάω, ούτε να ντυθώ, ούτε να πάω στο σχολείο, ούτε να συγυρίσω το δωμάτιό μου, ούτε να κάνω μπάνιο, ούτε να γελάσω με τα αστεία σου". Η μαμά της Μπιζού θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο πιο γλυκός άνθρωπος στον κόσμο... αλλά η Μπιζού ειδικά το τελευταίο διάστημα την έκανε να νιώθει πληγωμένη και στεναχωρημένη. Η μαμά της Μπιζού δεν ήξερε τι έφταιγε, δεν μπορούσε να βρει μια λύση για να της φορέσει επιτέλους το χαμόγελο στα χείλη... Είχε δοκίμασει τα πάντα, αλλά τίποτα δεν έπιανε.
Από τότε που γεννήθηκε η Μπιζού μέχρι και τώρα η μαμά της, της έλεγε σε όλα ΝΑΙ, δεν τη μάλωνε ποτέ, δεν της χαλούσε κανένα χατίρι... κοινώς την είχε πολύ κακομαθημένη. Αυτό οδήγησε την Μπιζού να μη φέρεται όπως θα έπρεπε, αλλά να φέρεται κάποιες φορές με αγένεια και εγωισμό.
Η θυμωμένη Μπιζού ρωτούσε συνέχεια τη μαμά της πότε θα έρθει να τις επισκεφθεί η γιαγιά από τη Μόσχα. Η μαμά της της απάντησε: "Αύριο έρχεται η γιαγιά να σε γνωρίσει επιτέλους για τα καλά... Πάει καιρός από την τελευταία φορά που ήρθε. Τώρα θα μείνει μαζί μας έναν ολόκληρο μήνα". Η Μπιζού είπε από μέσα της: " Τι; Έναν μήνα; Κι αν είναι αυστηρή; Κι αν δεν μου κάνει τα χατίρια όπως η μαμά μου; Χμ... Αν μου κάνει παρατηρήσεις και με μαλώνει θα κατάστρωσω σχέδιο εναντίον της".
Ντιν.... Νταν! Το κουδούνι χτύπησε στις 10.00 το πρωί και η Μπιζού στριφογυρνούσε ακόμα κάτω από το ζεστό κι αφράτο με ουράνια τόξα παπλώματακι της. "Ωχ... Πολύ νωρίς δεν ήρθε;" είπε αγουροξυπνημενη με φουντωτά κι αχτένιστα μαλλιά.
Κατέβηκε τις σκάλες περιποιημένη, φορώντας το κάρο κόκκινο φορέματακι της, τις δύο πλαϊνές κοτσίδες πιασμένες με λευκές κορδέλες και ένα βλέμμα που έκρυβε ντροπή, θυμό... αλλά και περιέργεια.
Και να τη που έφτασε στο σαλόνι, κοντοστάθηκε απέναντι από τη γιαγιά της, η οποία σηκώθηκε με χαρά να την αγκαλιάσει... Όμως η Μπιζού την απέφυγε, της είπε ένα απλό γεια, της γύρισε την πλάτη κι έκατσε στην πολυθρόνα, πήρε το τηλεκοντρόλ κι έβαλε δυνατά την ένταση της τηλεόρασης παρακολουθώντας το αγαπημένο της πρόγραμμα...
Η γιαγιά έμεινε με το στόμα ανοιχτό, τα έχασε, δεν περίμενε με τίποτα ότι η μικρή Μπιζού δεν θα έχει μάθει ουτε καν τους βασικούς τρόπους...
"Χαμήλωσε, χαμήλωσε..." φώναζε η μητέρα της Μπιζού... Η Μπιζού δυνάμωνε την τηλεόραση ακόμα πιο δυνατά. Ώσπου... σηκώθηκε η γιαγιά και μπήκε μπροστά στην τηλεόραση και είπε με αυστηρό ύφος: " Μικρή Μπιζού έχω να σου πω κάτι πολύ σημαντικό! Αν δεν χαμηλώσεις την ένταση της τηλεόρασης θα πάθουν ζημιά τα αυτάκια σου και θα σε πονάνε". Η Μπιζού έκλεισε αμέσως την τηλεόραση.
Μιας και ήταν Σάββατο η Μπιζού πήγε να παίξει έξω στον κήπο με τα κουβαδάκια της και τις κούκλες της. Η ώρα πέρασε και ήρθε η στιγμή για το μεσημεριανό φαγητό. "Μπιζού πλύνε τα χεράκια σου κι έλα για φαγητό"! Όταν η Μπιζού πλησίασε στο τραπέζι και είδε ότι το μεσημεριανό ήταν σούπα λαχανικών έβαλε τα κλάματα, σταύρωσε τα χέρια της και σφράγισε το στόμα της για τα καλά.
Η γιαγιά είχε μια καταπληκτική ιδέα! Έφτιαξε το πιο υπέροχο σοκολατένιο γλυκό χωρίς ζάχαρη, μόνο με χουρμάδες και κακάο! Το σπίτι μύρισε σοκολάτα και η μικρή Μπιζού ξερογλείφοταν. Η γιαγιά της υποσχέθηκε πως αν φάει τη σούπα της τότε θα της δώσει ένα ολόκληρο μπολ με σοκολατένιο γλυκό! Έτσι κι έγινε! Το χαμόγελο της μαμάς δεν έβγαινε από τα χείλη της και η γιαγιά άρχισε να λέει ωραία τραγουδάκια και να χορεύει, η Μπιζού την έπιασε από τα χέρια και χόρεψε μαζί της. Το σπίτι γέμισε γέλια, χορό, τραγούδι... η γιαγιά με την Μπιζού κυλιόνταν κάτω σαν βαρελάκια και γελούσαν ασταμάτητα όλη την ώρα...
Όλη η μέρα συνεχίστηκε με την ίδια διάθεση και το ίδιο κέφι! Ήρθε η ώρα για ύπνο, όμως η Μπιζού δεν ήταν στο κρεβάτι της, ήταν μπροστά από την τηλεόραση, έβλεπε παιδικά και δεν άκουγε τη μαμά της που της έλεγε να πάει για ύπνο. Κάθε φορά που η μαμά της της έλεγε να πάει για ύπνο, η Μπιζού έβαζε στα αυτιά της μαξιλάρια και δυσανασχετούσε. Η τρομερή γιαγιά είχε πάλι μια απίστευτη ιδέα! Ξεκίνησε να κάνει το κουνελάκι στο χώρο του σαλονιού και να χοροπηδάει λέγοντας "χοπ", "χοπ"... μέχρι να τραβήξει την προσοχή της Μπιζού. Το κόλπο έπιασε αμέσως, η Μπιζού έκλεισε την τηλεόραση και ακολουθούσε τη γιαγιά της από πίσω κάνοντας κι αυτή το κουνελάκι. Η γιαγιά σκοπεύοντας να οδηγήσει τη μικρούλα στο κρεβάτι της για ύπνο, αφού έκανε πρώτα μια στάση στο μπάνιο για να πλύνουν τα κουνελοδοντάκια τους, την πήγε στο γλυκό της κρεβατάκι χοροπηδώντας σαν κουνελάκι, την έβαλε κάτω από τα σκεπάσματα, της τραγούδησε το "αχ κουνελάκι", της είπε ένα γλυκό παραμύθι και η καταπληκτική Μπιζού αποκοιμήθηκε γρήγορα γρήγορα σαν πουλάκι! Αυτό ήταν, τόσο απλό και εύκολο. "Όλα θέλουν τον τρόπο τους, τα δημιουργικά παιχνίδια, το χαμόγελο, η υπομονή και η γλυκύτητα στη χροιά της φωνής βοηθούν στο να κυλούν όλα ρολόι" είπε η γιαγιά με αγάπη και σεβασμό στην κόρη της, η οποία τα ακολούθησε όλα κατά γράμμα. Από εκείνη τη μέρα η Μπιζού έγινε το καλύτερο και πιο σεβαστικό παιδί, έγινε..."αρνάκι" χωρίς φυσικά να χάσει τη ζωηράδα της!
PINKGOUINOS
C.V
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου